Φιλιά αγαπημένο μου χωριό

 

Φιλιά μου, όμορφο χωριό, με τα νερά τρεχάτα,
τζειμέσα εμεγάλωσα τα πρώτα μου τα νιάτα.

Τον τόπο που γεννήθηκα, το σπίτι που αναγιώθηκα,
 τώρα κρατούν τα ξένοι,
τζιαι γιω μεσ’ την ξενιτιά, δεν ξέρω τι θα γένει.

Τα χώματα που πάτησα δεν θα τα λησμονήσω,
άραγε θα τα ξαναδώ, άραγε μου θα ζήσω;

Τ’ όνομα σου εν γλυκό, Φιλιά μου αγαπημένη,
πάνω σε αρχαιότητες είσαι θεμελιωμένη,
αρχαιολόγοι τόπανε κι’ άνθρωποι μορφωμένοι.

Που της λιθίνης εποχής, της χάλκινης ακόμα,
που τότες εν που κτίστηκες τζιαι πολλαπλασιάστηκες,
τζιαι θε να ζήσεις κόμα.

Μα πότε θάρτει η στιγμή τζ’ ευλοημένη ώρα,
να πούσιν εν χαζίριν,
να ξαναδώ τα χώματα, πούθαψα δυο σώματα,
 την μάνα τζιαι τον τζύρη.

Τζειμέσα θέλω να θαφτώ που νάρτει τζείνη ώρα,
να φύω που την προσφυγιά, να φύω που τη χώρα.

Του καθενού ο τόπος του νομίζει τζιαιν χρυσάφι,
τζιαιν ελαφρό το χώμα του που θα τον εσκεπάσει.

Χωριό μου, χωριουδάκι μου, πώς να σε λησμονήσω,
ππέφτω την νύκτα τζιαι θωρώ στο όνειρο μου το γλυκό,
τζιαι τρέχω όπως το μωρό να σε γλυκοφιλήσω.

Όμως δεν βλέπω που ξυπνώ τίποτες ομπροστά μου,
σκέφτουμαι, θκιαολίζουμαι, τζιαι κρούζει η καρκιά μου.

Θε να ξεβεί αληθινό άραγε τ’ όρομα μου,
να ξαναπάω αξανά πίσω στα σπιτικά μου,
για να ποτίσω τ’ άνθη μου τζιαι τα κηπουρικά μου;

Ο τόπος μας φωνάζει μας, τα μάτια δακρυσμένα,
να πάμεν ούλλοι μας κοντά, να μεν μείνει κανένας.

Ούτε φαϊν μου δίνουσιν, ούτε νερόν ακόμα,
τζιαι μείναν τα παιδάκια μου με ανοιχτόν το στόμα.

Όμως βαστώ τα πιο καλά μέσα στην αγκαλιά μου,
ταϊζω τα, ποτίζω τα, που τ’ αποθέματα μου.

Οι ρίζες τους είναι βαθκιές, βαθκιά μες την καρκιά μου,
τζιαι τρώσιν, τζιαι δροσίζουνται που μες τα σωθικά μου.

Μον καρτερούν τα δύστυχα πότε θε να γυρίσουν,
τζιείνοι που τα φυτέψασιν, τζιείνοι να τα ποτίσουν.

Να βοηθήσει ο θεός εις το χωριό να πάμε,
τζι’ ας μεν εβρούμεν τίποτε στην κοφινιά να φάμε.

Θε να δουλέψουμε σκληρά με μόχθο τζιαι ιδρώτα,
να ποτιστούν τα χώματα για να γιωρκούν σαν πρώτα.

Πριχού να πιάσουμε δουλειάν, να πάμεν εις την εκκλησιάν,
τζιαι δέηση να κάμουμε με ψάλτες τζιαι παπάν.

Τζι’ αν δεν εβρούμεν εκκλησιάν, με μιάλην με μιτσιάν,
πάνω στα τείχη τα παλιά την δέηση να κάμουμε.

Θα βοηθήσει η Παναγιά τζι’ ο Άης Γιώρκης κόμα,
μιαν νέαν εκκλησιά, θέμις καλήν τζιαι όμορφη
πάλε να ξανακτίσουμε  τζιαι να τη λειτουρκήσουμε.

Βασανιστήκασιν πολλά γονιοί τζιαι πρόγονοι μας,
να κτίσουν όμορφο σχολειό, εκκλησιά με το καμπαναριό,
για νάβρουν τα παιδιά μας.

Τώρα μας τα επήρασιν οι τούρτσιοι με το ζόρι,
τζιαι πούταν όμορφο χωριό, κάμαντο παλιοχώρι.

Μα τον κορμό σαν κόψουνε, θα ξεραθεί νομίζουν,
οι ρίζες του ένι βαθκιές, μες το νερόν τζιαι ντζιήζουν.

Θα πεταχτούν τριγύρω του χίλια βλαστάρια νέα,
αυτά θα διώξουν την Τουρτσιά, όπως το εικοσιένα.

Να βοηθήσει ο Πλάστης μου εις το χωριό να πάμε,
να βγάλουμε που πάνω του την κόκκινη τη φέσα, να την καταπατάμε.

Τα μαύρα να σου βγάλουμε, να σου φορέσουν τ’ άσπρα,
να φέξει ο ήλιος της χαράς, φεγγάρι με τα άστρα.
Τότε  ο Άης Γιώρκης μας με του Θεού τη χάρη,
θα τρέξει σαν την αστραπή με τζείν την λόγχη τη χρυσή,
να μπει μες το χωριό μας.

Ομπρός να είναι ο σταυρός, τούτος εν ο σκοπός μας,
τζι’ οι τούρτσιοι εν νά χαθούν που μέσα στο χωριό μας.

Η γη γριτζιέλια εν έσιει να την μετακομίσουν,
για να την πάρουν ξενιθκιάν, αλλού να την πουλήσουν.

Η γη θάναι στον τόπο της, όσος τζιαιρός περάσει,
θα πιάσουν τζιαι τα χώματα οι τούρτσιοι να τα φάσιν;
χρόνια πολλά δεν θα δκιαβούν, στον τόπο τους θα πάσιν.

Όσοι κουβαληθήκασιν στον τόπο τους να πάσιν,
η Κύπρος ένεν γλύκισμα, για τούρτα να την φάσιν.

Θα μείνουν εις την Κύπρο μας όσοι εγεννηθήκαν,
τζι’ όσοι εν οι ρίζες τους βαθκιές τζιαι μέσα αναγιωθήκαν.
---------------------------------------------

Γεώργιος Πασχάλης
από τη Φιλιά,
ετών 77