Ο Τουρκόπουλλος

Η λέξη είναι μεσαιωνική ελληνική και προέρχεται από το turcopulus. Στην κυριολεξία σημαίνει γιος Τούρκου (όπως π. χ. το τουρκόπουλο, το ελληνόπουλο κ.τ.λ.). Turcopolier είναι και αγγλική λέξη. Έτσι ονομαζόταν ο διοικητής του ελαφρού πεζικού των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ που ήταν πάντοτε Άγγλος.

Με τη μεσαιωνική λέξη τουρκόπουλλοι ονομάζονταν οι εξισλαμισθέντες Έλληνες. Επί Φραγκοκρατίας τουρκόπουλλοι θα ονομάζονταν ίσως οι φύλακες των ορίων των φραγκικών κτήσεων από τις τούρκικες επιδρομές. Με τον καιρό ονόμαζαν τουρκόπουλλους και τους φύλακες των αγρών (αγροφύλακες). Ως  αγροφύλακας διοριζόταν κάτοικος του χωριού με ειδικά καθήκοντα τη φύλαξη των σπαρτών, των δέντρων και των φυτών. Με σχετικό νόμο, το 1923 ο αγροφύλακας (τουρκόπουλλος) υπαγόταν στην Αγροτική Αστυνομία. Επί Αγγλοκρατίας θεσπίστηκαν πολλοί νόμοι περί αγροφυλάκων, από τους οποίους ο πιο παλιός ήταν ο νόμος του 1885.

Το επάγγελμα του τουρκόπουλλου λεγόταν τουρκοπουλλιτζιή. Οι αγροφύλακες πληρώνονταν από τα χρήματα που εισπράττονταν από ειδική φορολογία, την λεγόμενη αγροφυλακή, το τουρκοπουλλίτζιην. Το 1924 ο ετήσιος μισθός του αγροφύλακα ήταν ΛΚ 12. Σαν κίνητρο για να εκτελεί καλύτερα τα καθήκοντά του, ο τουρκόπουλλος, εκτός από το μισθό του, που ήταν πολύ χαμηλός, έπαιρνε δικαιώματα από τον ιδιοκτήτη κάθε ζώου που προξενούσε ζημιά σε καλλιέργειες. Τα  δικαιώματα αυτά, που ήταν ορισμένα διά νόμου και αναθεωρούνταν κατά καιρούς, λέγονταν τουρκοπουλλίτζιην ή ποκάττιν (τούρκικη λέξη). Κατά τη δεκαετία του 1930 τα δικαιώματα ήταν δύο γρόσια.

Ο τουρκόπουλλος έλεγχε επίσης τη βόσκηση και τις άδειες των βοσκών σύμφωνα με τον περί Αιγών Νόμο. Κάθε βοσκός, σύμφωνα με ειδικό νόμο, έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια για να ασκεί το επάγγελμά του και είχε δικαίωμα να βόσκει μέχρι 80 ζώα. Για τη βοσκή περισσοτέρων των 80 ζώων χρειαζόταν δεύτερο άτομο ως βοηθό. Ο αγροφύλακας έλεγχε μέχρι και τα κουδούνια του κάθε κοπαδιού. Βοηθούσε επίσης το έργο της αστυνομίας και των κυβερνητικών υπαλλήλων όταν αυτοί επισκέπτονταν το χωριό. Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας 1878-1960, ο αγροφύλακας φορούσε στο δεξί του χέρι μπρούντζινο περιβραχιόνιο, το νισιάνιν. Ήταν αρκετά μεγάλο, σχήματος οβάλ, κυρτωμένο ελαφρά για να εφαρμόζει με το δέσιμό του στο μπράτσο. Πάνω ήταν εγχάρακτες και ευδιάκριτες οι αγγλικές λέξεις Rural Constable (Αγροτικός Αστυνομικός κατωτάτου βαθμού).

Οι γνωστοί αγροφύλακες (τουρκόπουλλοι) της Φιλιάς ήταν κατά σειρά ο Χρυσόστομος Σταύρου, στη συνέχεια ο Λοϊζος Κυριάκου και τέλος ο Αντώνης Κώστα Αντώνη, ο οποίος υπηρέτησε μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974.

Βλ. Μάσσαρι Θύμισες μιας γης, Λευκωσία 2008, σελ. 139-140,
Δρ. Ελευθέριος Αντωνίου και Λυγία Χριστοφόρου-Αντωνίου